Αναρτήθηκε από: lucifer, στίς 7/3/2017, στην κατηγορία " Τεχνολογία"
Εμφανίσεις: αυτό το άρθρο έχει διαβαστεί 4690 φορές
Τοποθεσία: World

Average rating: 4,7
3 αξιολογήσεις
Το ανθρώπινο μάτι καλύτερο από τα σύγχρονα συστήματα τηλεμετρίας;

ένα άρθρο του Manuel Pecino από το sportrider.com 

Η άψογη τηλεοπτική κάλυψη της Dorna και το πλήθος των διαδικτυακών τόπων που αναφέρονται λεπτομερώς στο MotoGP δημιουργούν μία χιονοστιβάδα εικόνων και αναφορών που επιτρέπουν στον καθένα από τον καναπέ του να έχει μια πλήρη εικόνα της πίστας και την αίσθηση ότι βρίσκεται εκεί. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι το ίδιο και δεν θα μπορούσε να είναι το ίδιο. 

Υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα που δεν θα τα καταλάβεις ποτέ αν δεν βρίσκεσαι εκεί, ακριβώς στο σημείο της δράσης. Υπάρχουν λεπτομέρειες που ακόμη και τα πιο εξελιγμένα συστήματα δεν μπορούν να πιάσουν. 

Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι οι ομάδες προσλαμβάνουν “προπονητές πίστας” που κάθονται σε συγκεκριμένα στρατηγικά σημεία δίπλα στην πίστα και παρατηρούν τους οδηγούς. 

Οι Luca Cadalora, Wilco Zeelenberg, και Davide Tardozzi είναι κάποιοι από αυτούς που έχουν αναλάβει αυτόν τον σημαντικό ρόλο για τις ομάδες. Τι μπορούν να δώσουν παραπάνω αυτοί οι άνθρωποι που δεν μπορεί να δώσει η υπερσύγχρονη τεχνολογία που χρησιμοποιείται σε ένα άθλημα όπως το MotoGP;

Οι μηχανικοί αποδέχτηκαν το γεγονός ότι το να έχεις κάποιον σε ένα σημείο της πίστας να παρατηρεί και να ακούει είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που υπερέχει της τεχνολογίας. Από αυτήν την άποψη, η τοποθέτηση των ανθρώπων αυτών σε καίρια σημεία παράπλευρα της πίστας υπήρξε ιδιαίτερα αποκαλυπτικό ως προς την συμπεριφορά των μοτοσυκλετών και την γλώσσα του σώματος των οδηγών. 

Τι άλλαξε ο Jorge Lorenzo στο οδηγικό του στυλ ώστε να εκμεταλλευτεί την παραπάνω δύναμη της Ducati

Για παράδειγμα από μία άκρη της πίστας στη Sepang παρατήρησαν την καθημερινή εξέλιξη του Jorge Lorenzo με την καινούργια του μοτοσυκλέτα. 

Το φιάσκο της πρώτης μέρας των δοκιμαστικών ανάγκασε τον Lorenzo να σταματήσει για να μπορέσουν να αναλύσουν τι συνέβη. Οι παρατηρήσεις του Michael Pirro και του Casey Stoner ήταν σίγουρα ένας παράγοντας κλειδί στη μεταμόρφωση που συνετελέσθη τις τελευταίες δύο μέρες των δοκιμαστικών. 

Τη δεύτερη μέρα των δοκιμαστικών ήταν ξεκάθαρο το ότι ο Lorenzo έψαχνε εναλλακτικές ως προς τη θέση του πάνω στην μοτοσυκλέτα. Σιγά σιγά άρχισε να εκμεταλλεύεται όλα τα πλεονεκτήματα της Ducati και διαπίστωσε ότι με την Desmosedici χρειαζόταν να είναι πιο επιθετικός. Μετά από οκτώ χρόνια διαφορετικής οδήγησης με τη Yamaha ο Lorenzo αναγκάστηκε να αναθεωρήσει το οδηγικό του στυλ.

Η προσέγγιση είναι απλή… στη θεωρία. Ο Lorenzo έπρεπε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Desmosedici: τον κινητήρα της. Και πώς το κάνεις αυτό; Μειώνοντας το χρόνο πλοήγησης μεταξύ των στροφών. Αν ο κινητήρας της Ducati είναι ο πιο δυνατός της κατηγορίας, όσο πιο πολύ τον χρησιμοποιείς τόσο καλύτερα. 

Από την άκρη της πίστας ήταν ξεκάθαρο το πώς ο Lorenzo εξέλισσε το οδηγικό του στυλ. Η είσοδός του στις στροφές την τρίτη μέρα δεν είχε καμία σχέση με αυτήν της πρώτης. Αλλά η είσοδος σε συνδυασμό με την αναζήτηση του apex δεν ήταν ακόμη φυσική. Ό,τι έκανε ενστικτωδώς με τη Yamaha, εδώ το σκεφτόταν με την Ducati. 

H γλώσσα του σώματός του έδειξε ότι ο Lorenzo δεν αισθανόταν ακόμη άνετα με το στυλ οδήγησής του. Παρόλα αυτά σιγά σιγά έκανε ένα βήμα παραπάνω. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Lorenzo είναι τρεις φορές πρωταθλητής του MotoGP. 

Η εικόνα των Zarco και Folger στα δοκιμαστικά της Sepang δεν ήταν τυχαία σύμπτωση

Περπατώντας για ώρες δίπλα στην πίστα της Sepang κάτω από τον καυτό ήλιο δεν ήταν βολικό αλλά μου επέτρεψε να καταλάβω γιατί οι δύο πρωτοεμφανιζόμενοι Zarco και Folger τα πήγαν τόσο καλά. Ναι, και οι δύο βρέθηκαν εδώ με την Yamaha τον Νοέμβριο αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος. Από την άκρη της πίστας φαινόταν ξεκάθαρα ότι κάτι στη Yamaha Μ1 έκανε εύκολη την προσαρμογή των οδηγών.

Ένα μεγάλο μέρος αυτής της διαπίστωσης έχει να κάνει με το γεγονός ότι η Yamaha είναι η μοτοσυκλέτα που οι τροχοί της κρατούν την καλύτερη ευθυγράμμιση στο φρενάρισμα και την επιτάχυνση. Οι δύο τροχοί παραμένουν στον ίδιο άξονα και αυτό σημαίνει ότι τα δύο σημεία στήριξης της μοτοσυκλέτας λειτουργούν ως προς την ίδια κατεύθυνση. 

Η εικόνα του Marc Márquez μέ έναν μη ευθυγραμμισμένο πίσω τροχό μπαίνοντας ή βγαίνοντας από μία στροφή είναι κάτι που έχουμε δει αρκετές φορές. Δεν έχεις παρά να φέρεις στο μυαλό σου την εικόνα του Márquez και του Rossi όταν φρενάρουν για να καταλάβεις για τι πράγμα μιλάμε.

Και οι δύο φρενάρουν δυνατά (ίσως ο Crutchlow να έχει το δυνατότερο φρενάρισμα στην πίστα). Ενώ όμως ο Ισπανός φρενάρει με τον πίσω τροχό γλιστρώντας σε όλο το επιτρεπτό εύρος φρεναρίσματος, ο Ιταλός κρατά την μοτοσυκλέτα του καρφωμένη στην ίδια ευθεία με τον μπροστινό τροχό. 

Για δύο όχι τόσο έμπειρους αναβάτες όπως οι Zarco και Folger, η δεύτερη περίπτωση είναι σαφώς πιο βολική. 

Οι μηχανικοί διαπίστωσαν ότι η τηλεμετρία δεν μπορεί να εξηγήσει τα πάντα, υπάρχουν πράγματα ορατά μόνο από το ανθρώπινο μάτι στο πλάι της πίστας. 

Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των κινητήρων κατά τη φάση της επιτάχυνσης. Για παράδειγμα μία Honda και μία Suzuki στο πρώτο άγγιγμα του γκαζιού, όταν ξεκινά η φάση της πρόσφυσης.

Φανταστείτε ότι η GSX-RR του Andrea Iannone είχε μία κλίμακα από 0-20 όταν ανοίγει ο οδηγός το γκάζι πριν μπει σε λειτουργία ο μηχανισμός αντι-σούζας. Η ίδια κλίμακα για την Honda θα ήταν από το 0 έως το 5. Τι συμβαίνει σε αυτή τη μικρότερη κλίμακα; Το, ίδιας έντασης άνοιγμα του γκαζιού στην Suzuki και την Honda θα έχει διαφορετικό αποτέλεσμα, αντιληπτό όμως μόνο από κάποιον που στέκεται στην άκρη της πίστας και ακούει ξανά και ξανά τις μοτοσυκλέτες να περνούν από το ίδιο σημείο. Αυτό δεν το “πιάνει” ούτε η τηλεμετρία ούτε η τηλεόραση. Το ίδιο συμβαίνει και με το επόμενο θέμα…. 

Θα βασιστούμε στη σύγκριση των κινητήρων της Honda και της Suzuki. Ο χαρακτήρας της κάθε μοτοσυκλέτας βοηθά στο να κατανοήσουμε τη διαφορά μίας μοτοσυκλέτας που οδηγείται ενεργά με μία που απαιτεί ένα οδηγικό στυλ που να αντιδρά στην μοτοσυκλέτα. Η Honda του  Márquez ανήκει στην δεύτερη κατηγορία. Είναι μία μοτοσυκλέτα που ο οδηγός συμμορφώνεται στο “χαρακτήρα” της αλλά αντιδρά συνεχώς “διορθώνοντάς” τον. Αυτός ο “χαρακτήρας” απαιτεί πολλά από τον οδηγό και σε επίπεδο σωματικό και σε εγκεφαλικό.

Η άλλη κατηγορία είναι αυτή που επιτρέπει στον οδηγό να αναλάβει την πρωτοβουλία. Ο οδηγός είναι αυτός που κάνει ό,τι θέλει την μοτοσυκλέτα. Η Suzuki είναι ένα καλό παράδειγμα αλλά το πιο αντιπροσωπευτικό είναι η Yamaha M1. Είναι “προβλέψιμες” μοτοσυκλέτες που ανταποκρίνονται στο στυλ του οδηγού τους. Από την άλλη πλευρά, για να κάνεις το ίδιο με μία “αντιδραστική” μοτοσυκλέτα πρέπει να έχεις την δεξιοτεχνία του Marc Marquez ή τη γενναιότητα του Cal Crutchlow. 

Όπως είπαμε και πριν, είναι άλλο πράγμα να κοιτάς και άλλο να παρατηρείς, είναι άλλο πράγμα να λες και άλλο να ακούς.